Είναι πολύ χρήσιμο πρώτα απ’ όλα να μιλήσουμε για το γενικότερο ιστορικό πλαίσιο εκείνης της εποχής. Το 1914 ξεσπά ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος. Αφορμή θα αποτελέσει η δολοφονία του Αρχιδούκα Διαδόχου της Αυστρίας Φερδινάνδος και της συζύγου του στο Σεράγεβο της Βοσνίας (τότε ήταν επαρχία της Αυστροουγγαρίας), στις 28 Ιουνίου 1914, από έναν εθνικιστή Σέρβο σπουδαστή Γκαβρίλο Πρίντσιπ (1η φωτογραφία). Έτσι, η Αυστροουγγαρία κηρύσσει τον πόλεμο στις 28 Ιουλίου στη Σερβία.

Τα ουσιαστικότερα, όμως αίτια του Μεγάλου Πολέμου ήταν οι οικονομικές συνθήκες εκείνης της περιόδου, οι επεκτατικές βλέψεις και ο ανταγωνισμός μεταξύ ορισμένων κρατών, καθώς και η ανάπτυξη της βιομηχανίας της Γερμανίας (που επέφερε και την οικονομική της ανάπτυξη) και η επιθυμία της Γαλλίας για την ανάκτηση της Αλσατίας και της Λωραίνης.
Την περίοδο 1915-16 στην Ελλάδα επικρατούσε κλίμα Εθνικού Διχασμού. Συγκεκριμένα, ο τότε πρωθυπουργός Ελευθέριος Βενιζέλος επιδίωκε την είσοδο της Ελλάδας στον Πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ (=Εγκάρδια Συνεννόηση, Αγγλία, Γαλλία, Ρωσία), ενώ ο Βασιλιάς Κωνσταντίνος Ά προσδοκούσε την ουδετερότητα, μιας και ήταν Γερμανόφιλος και υποστήριζε τις Κεντρικές Δυνάμεις (Γερμανία, Αυστροουγγαρία).
Μετά από παραιτήσεις και επανεκλογή της κυβέρνησης Βενιζέλου, το 1917 η Ελλάδα μπαίνει πλέον στον Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ.
Και κάπου εδώ, μπαίνουμε σιγά- σιγά στην ουσία του θέματος. Οι Άγγλο-Γάλλοι (κατόπιν συνεννόησης με Βενιζέλο) εγκαθίστανται στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης στις 22 Σεπτεμβρίου του 1915. Έπειτα από λίγο καιρό, εγκαθίστανται μια ιταλική και μια ρωσική ταξιαρχία, καθώς και ο σέρβικος στρατός. Σταδιακά, άρχιζαν να αποβιβάζονται διάφορες επιπλέον Συμμαχικές Δυνάμεις, που στο σύνολό τους απαρτίζουν τη “Στρατιά της Ανατολής”. Ο ντόπιος πληθυσμός της Θεσσαλονίκης εξεπλάγην όταν αντίκρισε φυλές από την Ασία και την Αφρική, που μέχρι τότε τις θεωρούσε “εξωτικές”. Έτσι λοιπόν, η πόλη είχε ονομαστεί από τους συμμάχους ως «περιχαρακωμένο στρατόπεδο των συμμάχων»
Η Θεσσαλονίκη όμως δεν διέθετε υποδομές για τη φιλοξενία των στρατευμάτων, όπου τελικά εγκαταστάθηκαν στο Δυτικό μέρος της πόλης. Η Στρατιά θα επηρεάσει θετικά σε πολλούς τομείς τη ζωή της Θεσσαλονίκης, αλλά θα προκαλέσει και σημαντικά προβλήματα.

Όμως, στις 18 Αυγούστου 1917, ξεσπά πυρκαγιά (από άγνωστα αίτια) στην πόλη της Θεσσαλονίκης, καίγοντας πλήθος κτηρίων. Αρκετές καταστροφές και 77.000 άνθρωποι έμειναν άστεγοι, παρά τις προσπάθειες των Συμμάχων να σβήσουν τη φωτιά. Η φωτιά άλλαξε ριζικά την πολεοδομία και την αρχιτεκτονική της πόλης.
Ο Ε. Βενιζέλος ανέθεσε την ανοικοδόμηση της πόλης στο Γάλλο πολεοδόμο και αρχιτέκτονα Ερνέστ Εμπράρ (Ernest Hebrard), μιας και ήταν στρατιωτικός μηχανικός των Συμμάχων. Μαζί με ένα επιτελείο 7 συνεργατών, επιδίωξε την επαναχάραξη της νέας πόλης. Αξίζει να σημειωθεί ότι για τις ανάγκες της πολεοδομίας, ήταν απαραίτητο να σχεδιαστούν νέοι δρόμοι πάνω από τους παλιούς, προκειμένου να επιτευχθεί ένα νέο οδικό δίκτυο.
Πρωταρχικός σκοπός για τη νέα σχεδίαση της πόλης, ήταν να διαμορφωθεί έτσι ώστε να είναι πιο λειτουργική και οργανωμένη, προκειμένου να εξυπηρετεί περισσότερους σκοπούς, όπως την οικονομία και το εμπόριο, τον τουρισμό και την επισκεψιμότητα. Προκειμένου, όμως, να εξυπηρετηθούν αυτοί οι σκοποί, ήταν πιο ωφέλιμο οι κατοικίες των ανθρώπων να “φύγουν” από το κέντρο και να μεταφερθούν στα πέριξ της πόλης.
Αρχικός σκοπός ήταν η πρόσμιξη της Μικρασιάτικης κουλτούρας και της κουλτούρας της κεντρικής Ελλάδας. Τελικά, όμως, εφαρμόστηκε το σχέδιο μόνο στην οδό Αριστοτέλους, με οικοδομές σε Βυζαντινό ρυθμό, στοές και περιστύλια, και στις μεγάλες πλατείες: Ελευθερίας, Διοικητηρίου και Αριστοτέλους. Να τονισθεί ότι πλέον με τη πυρκαγιά, χάθηκε ο βυζαντινός χαρακτήρας που αντιπροσώπευε τη Θεσσαλονίκη.

Ας αναφερθούμε, όμως και στον βασικό αρχιτέκτονα που ασχολήθηκε με την ανάπλαση της νέας πόλης. Ο Ερνέστ Εμπράρ γεννήθηκε το 1875 και ήταν γαλλικής καταγωγής. Αποφοίτησε από τη Σχολή Καλών Τεχνών του Παρισιού και εργάστηκε ως αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Στα πρώτα βήματα της καριέρας του, εργάστηκε στην Ιταλία , όπου βραβεύτηκε με το “Μεγάλο Βραβείο Ρώμης”, μιας και συνέβαλε στην ανάδειξη του ρωμαϊκού μνημειακού πλούτου. Όταν εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη με τις Συμμαχικές Δυνάμεις, είχε ασχοληθεί με τη συντήρηση των μαρμάρινων μνημείων της πόλης. Η ανοικοδόμηση της Θεσσαλονίκης ήταν ένα από τα μεγάλα έργα που είχε αναλάβει. Μετά το πέρας του Ά Π.Π. , το 1918 διορίστηκε από την κυβέρνηση ως καθηγητής στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, όπως και μέλος του Ανώτατου Τεχνικού Συμβουλίου. Το 1927, εργάστηκε στο Υπουργείο Παιδείας, όπου εκπόνησε μια μελέτη για την πανεπιστημιούπολη στη Θεσσαλονίκη.
Η ανοικοδόμηση της Καζαμπλάνκα στο Μαρόκο και ο σχεδιασμός πόλεων στη Γαλλική Ινδοκίνα (μετά τον Ά Π.Π.) ήταν μερικά από τα επιτεύγματά του. Απεβίωσε την 1η Μαρτίου 1933, σε ηλικία 58 ετών στο Παρίσι, όπου αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα υγείας.
Πηγές:
- Μάριος Γραμματικούδης, Επιβλέπων καθηγητής: Κυριάκος Ιακωβίδης, «Η πυρκαγιά του 1917 στην Θεσσαλονίκη και η αποτύπωση της στον ελληνικό τύπο», Ιανουάριος 2021
- Δούκα Νικολέτα Μαρία, Επόπτρια: Κωτσαλίδου Ευδοξία, πρακτική άσκηση, « ανάδειξη της τοπικής ιστορίας, μέσα από τα εκθέματα του Μακεδονικού Μουσείου», Φλώρινα, Μάϊος 2018 2
