Τύπος Έργου: Διπλωματική Εργασία
Πανεπιστημιακό Ίδρυμα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
Εξεταστική περίοδος: Φεβρουάριος 2024
Σπουδάστρια: Μαργαρίτα Χατζημιχαήλ
Επιβλέπων καθηγητής: Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος
Σύμβουλος: Μαρίνα Μωρέττη

Η παρούσα διπλωματική εργασία, αφορά την συγκρότηση πρότασης επανάχρησης και ενεργοποίησης του κτηρίου επί της οδού Λαγουμιτζή 15, όπως και τη διαμόρφωση του περιβάλλοντός του χώρου. Εκεί, φιλοξενούταν η φοιτητική εστία του Παντείου Πανεπιστημίου, από το 1986, οπότε και πέρασε στην ιδιοκτησία του, μέχρι και περίπου το 2001. Καθώς το Πάντειο Πανεπιστήμιο, εν τω παρόντι, δεν διαθέτει ενεργές φοιτητικές εστίες, η διπλωματική εστιάζει στην αξιοποίηση του ανενεργού κελύφους ως χώρο στέγασης των φοιτητών, αλλά και ως πεδίο δράσης, συνάντησης και αλληλεπίδρασης, διανοίγοντας το κτήριο προς το περιβάλλον του. Ταυτοχρόνως, αναγνωρίζοντας την αξία της υπόγειας διάβασης που βρίσκεται απέναντι από αυτό, προτείνεται ανάπλαση του δημόσιου χώρου όπου αυτή εδράζεται, με άξονες την δημιουργία ενός ευχάριστου περιβάλλοντος, όπως και την προσβασιμότητα. Η επεξεργασία του θέματος αφορά μια μετάβαση που διεκπεραιώνεται μέσω τεσσάρων πράξεων, με σημείο εκκίνησης την “κατάβαση”, και τελικό σταθμό την “ανύψωση”.

Κατά την εκπόνηση της εργασίας, εξετάστηκε, αρχικά, το ζήτημα της επανάχρησης ενός κτηριακού κελύφους, τόσο στα πλαίσια μιας νέας ανάγνωσης της Αθήνας και των δυναμικών που, εν δυνάμει, θα μπορούσε να προσφέρει, όσο και ως συνθετικό εργαλείο. Σε δεύτερο επίπεδο, ως σημαντική ανάγκη προς επίλυση, εντοπίστηκε το θέμα της φοιτητικής εστίας, που στη συνέχεια διερευνήθηκε, αναζητώντας τις βασικές αρχές σχεδιασμού που θα έπρεπε να ακολουθεί, εστιάζοντας, κυρίως, στη διαμόρφωση του φοιτητικού δωματίου.

Περνώντας στο υπό εξέταση κτήριο, επιχειρήθηκε η εις βάθος κατανόηση των δομικών αλλά και συνθετικών χαρακτηριστικών του, στοχεύοντας στην συγκρότηση μιας πρότασης που θα συνομιλεί αρμονικά με αυτό. Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στη διαχείριση του στατικού συστήματος, των περιορισμών και δυνατοτήτων που το διακατέχουν, αλλά και των σημείων που υφίστανται τις σημαντικότερες βλάβες. Μάλιστα, κατά την καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασής του, ως μοναδικό ζωντανό του σημείο σημειώθηκε τμήμα του ισογείου, απ’ όπου πραγματοποιείται η είσοδος σε αυτό, και αφορά την ενεργή φοιτητική λέσχη.

Είσοδος, κίνηση, στατικότητα, πρόσβαση. Αυτοί αποτέλεσαν τους κύριους άξονες που έθεσαν τις προβληματικές, εν ακολουθία των οποίων συντέθηκε ο αρχικός κορμός της πρότασης, ορίζοντας, ταυτοχρόνως, τα στοιχεία που επρόκειτο να διατηρηθούν, έναντι εκείνων που θα μεταβάλλονταν.

Έτσι, όσον αφορά την είσοδο, διατηρήθηκε η συνθετική χειρονομία δύο εισόδων, ως ενίσχυσης και ανάδειξης της αίσθησης  ιδιωτικού και δημόσιου. Επιχειρώντας να επιλυθεί η κατακόρυφη κίνηση εντός του κτηρίου, παρέμεινε το ένα εκ των δύο υφιστάμενων κλιμακοστασίων, και δημιουργήθηκε ένα νέο, με στόχο την ισότιμη πρόσβαση και αρμονική περιήγηση εντός του κτηρίου.

Περνώντας στην στατικότητα, καταργήθηκε το υφιστάμενο ασταθές δώμα, ενώ την θέση του πήρε ελαφριά κατασκευή. Τέλος, επιχειρώντας να επιλυθεί το ζήτημα της πρόσβασης, προτάθηκε η συρραφή της νησίδας και του οικοδομικού τετραγώνου όπου χωροθετείται το κτήριο, με την επικείμενη μετακίνηση του δρόμου, και τη δημιουργία πλατώματος και πλατύσκαλων, για την εξασφάλιση της ομαλής και ασφαλούς μετάβασης στην εστία.

Εμβαθύνοντας στην συγκρότηση της πρότασης, επιπλέον στοιχεία που λειτούργησαν ως κατευθυντήριες οδοί ήταν η εμφάνιση του φέροντος οργανισμού, η δημιουργία ενός “γενναιότερου” ανοίγματος του κτηρίου προς το αίθριο, η αξιοποίηση μεταλλικών στοιχείων, αλλά και η αποκάλυψη του υπογείου. Μέσω της ανάδειξης του στατικού συστήματος του κτηρίου, στοχεύθηκε η αίσθηση “ανακούφισης” του πυκνοδομημένου αστικού ιστού, δημιουργώντας μια σχέση αντιστικτική, αλλά ταυτοχρόνως συμπληρωματική με τα γύρω κτήρια.

Καθώς το κτήριο καταλαμβάνει μεγάλο ποσοστό κάλυψης του οικοπέδου όπου εδράζεται, προτάθηκε η αύξηση της εγκοπής που ήδη διαθέτει στην πίσω όψη του, με στόχο την δημιουργία ενός μεγαλύτερου, ενοποιημένου ακάλυπτου χώρου, σε συνδυασμό με αυτόν της πολυκατοικίας με την οποία εφάπτεται.

Η επιλογή του μετάλλου στις προσθήκες έγινε για την επίτευξη σχεδιασμού ενός όγκου φαινομενικά αιωρούμενου, λειτουργώντας, ως νέο σύστημα, πάνω από αυτό του υφιστάμενου σκυροδέματος, συνομιλώντας με τα δίπολα της “συμπαγότητας” και της “ελαφρότητας”, του “υπάρχοντος” και του “νέου”, της “εσωστρέφειας” και της “εξωστρέφειας”, στα πλαίσια σύνθεσης που χαρακτηρίζεται από μια νοητή βάση, κορμό και στέψη.

Τέλος, η διάνοιξη, και τελικά εμφάνιση της πλευράς του υπογείου που εξελίσσεται κάτω από την κεντρική όψη του οικοδομήματος, αποσκοπεί στην παραγωγή νέων δυναμικών αναφορικά με την διαμόρφωση και αξιοποίηση του χώρου.

Το κτηριολογικό πρόγραμμα, αλλά και η εμπειρία περιήγησης στο κτήριο, οργανώνονται με γνώμονα τέσσερις πράξεις, οι οποίες τελικά ορίζουν μια συνολική διαδικασία μετάβασης. Έτσι, στην πρώτη, όπου πραγματοποιείται η “κατάβαση” στο υπόγειο, ο επισκέπτης του κτηρίου συναντάει το πρώτο επίπεδο του εστιατορίου, την κουζίνα και το αμφιθέατρο.

Εν συνεχεία, καθώς εκτελείται η πράξη της “μετάβασης”, η οποία αφορά δύο επίπεδα του κτηρίου, το ισόγειο και τον ημιώροφο, συναντώνται αρχικά η είσοδος της εστίας και το δεύτερο επίπεδο του εστιατορίου, και μετέπειτα το αναγνωστήριο. Ακολουθεί η πράξη της “στάσης”, που αναπτύσσεται από τον πρώτο μέχρι και τον πέμπτο όροφο, αποτελώντας έδρα των χώρων διαμονής φοιτητών.

Η διαδικασία της μετάβασης ολοκληρώνεται με την “ανύψωση”, που εκτυλίσσεται σε δύο επίπεδα. Εκεί, σχεδιάζεται κέντρο εκγύμνασης, ενώ στον τελευταίο όροφο βρίσκονται πολυλειτουργικός και πολυμορφικός χώρος δραστηριοτήτων, καθιστικό και αναψυκτήριο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »