Τύπος Έργου: Διπλωματική Εργασία
Πανεπιστημιακό Ίδρυμα: Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών
Εξεταστική περίοδος: Φεβρουάριος 2022
Σπουδάστριες:  Γεωργία Βλαχοκυριάκου,  Αλεξία Χαλούλη
Επιβλέπων καθηγητής: Τηλέμαχος Ανδριανόπουλος, Νικόλαος Μπελαβίλας
Σύμβουλος: Κωνσταντίνος Καραδήμας

Η παρούσα διπλωματική εργασία έχει ως αντικείμενο μελέτης τη διαχείριση του πρώην πυρηνελαιουργείου Ανεμογιάννη στο Λογγό των Παξών, ως ένα βιομηχανικό μνημείο ιδιαίτερης σημασίας για το νησί λόγω της ιστορίας του, της μοναδικότητας του και της κλίμακάς του (δεδομένης της περιόδου λειτουργίας του).

Οι Παξοί, μέρος ενός μικρού νησιωτικού συμπλέγματος στη δυτική Ελλάδα, διαμορφώνονται από το μοναδικό τους τοπίο και το ιστορικό τους πλαίσιο. Το νησί καλύπτεται από αρχαίους ελαιώνες, που εισήχθησαν από τους Ενετούς αιώνες πριν, και οι οποίοι καθορίζουν τόσο το φυσικό περιβάλλον όσο και την τοπική οικονομία. Η τοπογραφία, που χαρακτηρίζεται από ήπιους λόφους και εντυπωσιακούς παράκτιους γκρεμούς, επιτρέπει ένα δίκτυο φυσικών μονοπατιών και περιορισμένων οδικών αρτηριών. Παρά το μικρό του μέγεθος, οι Παξοί διαθέτουν μια πλούσια αρχιτεκτονική κληρονομιά που συνδυάζει ελληνικά και ενετικά στοιχεία. Αυτή η αγροτική και αρχιτεκτονική κληρονομιά εμπνέει την προσέγγιση επανάχρησης του εργοστασίου Ανεμογιάννη, ενός συμβόλου της βιομηχανικής ιστορίας των Παξών, που τώρα επανασχεδιάζεται για τις σύγχρονες ανάγκες.

Ο Λόγγος, ο τρίτος μεγαλύτερος οικισμός στους Παξούς, εκτείνεται σε μια φυσική λεκάνη ανάμεσα σε δύο χαμηλούς λόφους. Ο οικισμός ακολουθεί έναν οργανικό σχεδιασμό, με τα περισσότερα κτίρια να συγκεντρώνονται κατά μήκος της επίπεδης κεντρικής περιοχής, ενώ άλλα διασπείρονται στις γύρω πλαγιές, δημιουργώντας έναν γραφικό κόλπο. Κυρίως κατοικημένη και τουριστική περιοχή, ο Λόγγος χαρακτηρίζεται από διώροφα σπίτια με παραδοσιακές κεραμοσκεπές και προσόψεις σε ζεστούς γήινους τόνους. Παρά την ανάπτυξη του οικισμού κατά μήκος του κύριου δρόμου, το εργοστάσιο Ανεμογιάννη και τα γειτονικά του κτίρια στα βόρεια παραμένουν οπτικά αποσυνδεδεμένα λόγω των ανοιχτών χώρων και ενός φυσικού ρέματος, υπογραμμίζοντας τον κατακερματισμένο οικιστικό ιστό κατά μήκος του παραθαλάσσιου μετώπου.

Η προτεινόμενη επανάχρηση περατώνεται μέσα από το δίπολο «μουσείο του εαυτό του» – ιστιοπλοϊκός όμιλος. Η επιλογή των νέων αυτών εισαγόμενων χρήσεων αφορμάται από το θεσμικό πλαίσιο διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, αφού ο ρόλος του εργοστασίου ως τοπόσημο και η σχετικά καλή του κατάσταση (σε επίπεδο κτιριακού και μηχανολογικού αποθέματος) θα καθιστούσε άτοπη την παράλειψη μίας μουσειακής λειτουργίας.

 

Ωστόσο, η μικρή κλίμακα των Παξών καθιστά την τελευταία μη βιώσιμη ως αυτοτελές σενάριο επανάχρησης -γι’ αυτό, η αναζήτηση μίας συνοδευτικής χρήσης βασίστηκε στα κριτήρια της προσαρμογής της στο χαρακτήρα του νησιού και της ανταπόκρισής της στις τοπικές ανάγκες. Έπειτα από διαβούλευση με τους Παξινούς, μέσω συζητήσεων και ερωτηματολογίων, εντοπίστηκε πως οι δράσεις ενός ιστιοπλοϊκού ομίλου θα έχαιραν ευρείας επιδοκιμασίας.

Η εκθεσιακή, λοιπόν, λειτουργία εστιάζει στην ανάδειξη του σωζόμενου μηχανολογικού εξοπλισμού και στην παρουσίαση της ιστορίας τόσο του εργοστασίου όσο και της ελαιοκαλλιέργειας στους Παξούς. Ιδιαίτερη σημασία δόθηκε στη διατήρηση της ακεραιότητας της παραγωγικής σχέσης των μηχανημάτων καθώς αυτά μεταφέρονται σε άλλο σημείο του κτιρίου και οργανώνονται σε τέσσερις κύριες εκθεσιακές ζώνες. Η διχοτόμηση αυτή του κτιριολογικού προγράμματος αποτέλεσε σημαντικό εργαλείο οργάνωσης του χώρου σε δύο μεγάλες λειτουργικές ενότητες που επικοινωνούν μέσω μίας τρίτης, που αναλαμβάνει την τροφοδότηση των δύο πρώτων με κίνηση ως ο κύριος άξονας-ραχοκοκαλιά. Η ενοποιητική αυτή ζώνη σχήματος Γ έχει βαρύνουσα σημασία για την πρόταση καθότι από το ένα σκέλος πραγματοποιείται η κεντρική προσπέλαση στο συγκρότημα ενώ η χάραξη του άλλου σκέλους προεκτείνεται για να δημιουργήσει τη μαρίνα.

Η ανάγκη παραθαλάσσιου χώρου μεγάλης επιφάνειας για την αποθήκευση των σκαφών εκμάθησης οδήγησε στην προέκταση του ανατολικότερου όγκου του εργοστασίου, έως ότου μέρος του να είναι υπόσκαφο στο φυσικό βόρειο απότομο πρανές του πεδίου. Σ’ επόμενο στάδιο, αναπτύσσεται δεύτερο επίπεδο στη ζώνη του ιστιοπλοϊκού, με χώρους των όποιων η λειτουργία απευθύνεται σ’ ευρύτερο κοινό: το αναψυκτήριο και μία μικρή αίθουσα εκδηλώσεων.

 Εξίσου σημαντική στη συνθετική διαδικασία υπήρξε η πρόθεση για ανύψωση των προτεινόμενων στεγάστρων τριγωνικής απόληξης από το υπάρχον πέτρινο κέλυφος, με τον παράλληλο τονισμό ορισμένων ανάποδων κορφιάδων. Αυτές οι κινήσεις συνοδεύτηκαν και από μία εναλλαγή σε επίπεδο κάτοψης των στεγάστρων, δημιουργώντας έτσι δώματα αποσυμφόρησης.

Τέλος, η διπλωματική αυτή επιχειρεί τη σύνδεση του συγκροτήματος με τον οικισμό μέσω μίας εξωτερικής διαμόρφωσης όπου οι άξονες των στεγάστρων και του οικισμού ενώνονται σε τεθλασμένες χαράξεις, σηματοδοτώντας τα διαφορετικά επίπεδα της πλατείας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »