Δημιουργοί: Παριώτη Μαριέττα , Τσολάκου Ειρήνη, Χαλαζιά Μαρία.

Επιβλέποντας καθηγητής: Σ. Σταυρίδης.

Σήμερα, το ζήτημα της κοινωνικής κατοικίας αποτελεί αδιαμφισβήτητα από τα πιο επίκαιρα θέματα της αρχιτεκτονικής προβληματικής, καθώς μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού αντιμετωπίζει σοβαρές δυσκολίες με το πρόβλημα της στέγασης. Στα πλαίσια του μαθήματος Αρχιτεκτονικού Σχεδιασμού 9ου εξαμήνου είχαμε την ευκαιρία να εξερευνήσουμε την έννοια αλλά και τη σημασία της κοινωνικής κατοικίας.

Αναλυτικότερα, ο τόπος παρέμβασης τοποθετείται στο Δήμο Μοσχάτου-Ταύρου σε μια περιοχή μεταξύ της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών και της Σιβιτανίδειου Σχολής. Παράλληλα, σημαντικό όριο του οικοπέδου μας αποτελεί η οδός Πειραιώς, ένας δρόμος με ιδιαίτερο χαρακτήρα και ιστορία. Έτσι, η επεξεργασία του θέματός μας έχει ως αφετηρία την αναγνώριση της περιοχής μελέτης πέρα από τα όρια του οικοπέδου. Μέσα από χάρτες, διαγράμματα αλλά και επιτόπια έρευνα, συλλέγουμε πληροφορίες απαραίτητες για τη μετέπειτα αντιμετώπιση του σχεδιασμού.

Καίριας σημασίας για εμάς υπήρξαν, η σχέση του οικοπέδου τόσο με την οδό Πειραιώς όσο και με τη γειτονιά αλλά και η μετάβαση από τη μια στην άλλη. Βασική συνθετική πρόθεση αποτέλεσε η δημιουργία μιας διαδρομής που θα ενώνει τη γειτονιά με την οδό Πειραιώς. Στις απολήξεις της, σχηματίζουμε δύο πλατείες δημόσιου χαρακτήρα στις οποίες τοποθετούμε και πιο δημόσιες χρήσεις όπως φούρνος, καφενείο, καταστήματα κ.ά. Η πλατεία από την πλευρά της γειτονιάς θα συγκεντρώνει περισσότερο δράσεις από τους κατοίκους της γύρω περιοχής, ενώ από την πλευρά της οδού Πειραιώς, μπορεί να φιλοξενεί και δράσεις από την Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών, όπως εκθέσεις και άλλες δράσεις. Η συγκεκριμένη διαδρομή δύναται να επεκταθεί πέρα από τα όρια του οικοπέδου και να προσεγγίσει το σταθμό του ηλεκτρικού μέσα από τη γειτονία.

Μια πρώτη ενέργεια για το στόχο αυτό είναι η μετατροπή της οδού Λειβιδίου σε οδό ήπιας κυκλοφορίας και η δημιουργία μικρής κλίμακας πάρκου στο κενό οικόπεδο στη συμβολή των οδών Αναξαγόρα και Λειβιδίου. Επιπλέον, στο χώρο του οικοπέδου υπήρχε ένα εγκαταλελειμμένο κτήριο κάποιας παλιάς βιοτεχνίας, αλλά και ένα φουγάρο, τα οποία διατηρούμε και ο χώρος αυτός διατίθεται στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών για να στεγάσει ποικίλες δραστηριότητες αυτής.

Ακόμα, αξίζει να σημειωθεί ότι το σενάριο κατοίκησης αφορά οικογένειες με χαμηλό εισόδημα αλλά και ορισμένες περιπτώσεις οικονομικά αδύναμων ατόμων , για το λόγο αυτό σχεδιάζονται κατοικίες με ένα έως τέσσερα υπνοδωμάτια, μια εκ των οποίων δύναται να υποστηρίξει και τη συγκατοίκηση μεμονωμένων ατόμων και όχι απαραίτητα οικογενειών. Παράλληλα, προστέθηκαν λειτουργείες τοπικού χαρακτήρα, όπως παντοπωλείο, φούρνος, καφετέρια και μαγειρείο. Επιπρόσθετα, εντάχθηκαν σε αυτό εργαστήρια μεταποίησης ενδυμάτων και υποδημάτων, δίνοντας τη δυνατότητα μαθητείας και μετεκπαίδευσης σε ορισμένους κατοίκους αλλά και άλλοι κοινόχρηστοι από τους κατοίκους χώροι καθώς και ένας πολιτιστικός σύλλογος. Τέλος, δημιουργήθηκε ένας χώρος φύλαξης παιδιών, ο οποίος θα λειτουργεί με τη συνεργασία των κατοίκων, με σκοπό να δοθεί η δυνατότητα στους γονείς να έχουν έναν ασφαλή χώρο για τα παιδιά τους όταν είναι αναγκαίο.

Έχοντας αυτές τις σκέψεις κατά νου οδηγηθήκαμε στη δημιουργία ενός κυττάρου που θα περιλαμβάνει τη ζωή των κατοίκων μέσα, έξω αλλά και ανάμεσα. Πιο συγκεκριμένα, συνθέτοντας τις κατοικίες μας, δημιουργούμε ανάμεσά τους ημιυπαίθριους χώρους οι οποίοι θα αξιοποιούνται από τους κατοίκους, καθώς η κίνηση επιτυγχάνεται μέσα από εξωτερικό, ημιυπαίθριο διάδρομο που  ενοποιείται με τους παραπάνω ημιυπαίθριους χώρους και αποτελεί το συνδετικό κρίκο ανάμεσα στο κλιμακοστάσιο και τις κατοικίες. Η σύνθεση αυτή των μονάδων οδηγεί σε δημιουργία γραμμικών όγκων οι οποίοι συνδέονται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας σαν άρθρωση το κλιμακοστάσιο, καθώς έχουν τη δυνατότητα να διαταχθούν σε διαφορετικές γωνίες μεταξύ τους. Αναλυτικότερα, τα σύμπλοκα κατοικιών αυτά αποτελούνται από ποικίλους συνδυασμούς των τύπων κατοικιών και εκτείνονται συνήθως σε 2 με 3 ορόφους, αποφεύγοντας αρχικά την καθ’ ύψος ανάπτυξη. Έτσι, οι όγκοι μας έχουν τη δυνατότητα να δημιουργούν υπαίθριους πυρήνες – αυλές για τη δραστηριότητα των κατοίκων. Με τον τρόπο αυτό δημιουργείται ένα δίκτυο εσωτερικών αυλών, οι οποίες συνδέονται με περάσματα, τόσο μεταξύ τους όσο και με τις δύο μεγαλύτερες, κεντρικές πλατείες.

Όσον αφορά τις μονάδες των κατοικιών, αυτές συντίθενται με βάση ένα βαθμό τυποποίησης προσαρμοσμένες κάθε φορά στις ανάγκες των κατοίκων. Πιο συγκεκριμένα, οι μονάδες αποτελούνται από ένα διαμπερή, κεντρικό χώρο διημέρευσης, εκατέρωθεν του οποίου τοποθετούνται κάθε φορά τα υπνοδωμάτια, η κουζίνα, τα λουτρά, ανάλογα με τον αριθμό των ατόμων. Με αυτόν τον τρόπο, οι μονάδες των κατοικιών προκύπτουν διαδοχικά, με τροποποιήσεις, από την αρχική μονάδα, προσθέτοντας δωμάτια.

Ακόμη, τα δωμάτια «κουμπώνουν» στον κεντρικό, διαμπερή χώρο με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργούνται ημιυπαίθριοι χώροι, σε συνέχεια του διαδρόμου κίνησης, οι οποίοι είναι προέκταση της κατοικίας. Όσον αφορά τον κεντρικό χώρο, αυτός δύναται να λειτουργήσει ως ενιαίος αλλά και να διαχωριστεί ανάλογα με τις ανάγκες των κατοίκων. Πιο συγκεκριμένα, μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως καθιστικό και τραπεζαρία αλλά διαθέτει και ένα κινούμενο πανέλο, το οποίο επιτρέπει την απομόνωση μέρους του χώρου και τη λειτουργία αυτού του τμήματος ως γραφείο, χώρο παιχνιδιού, διαβάσματος κ.α.

Τέλος, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι τη λύση χαρακτηρίζει ένας μεγάλος βαθμός τυποποίησης, φυσικά με επιμέρους διαφοροποιήσεις, στοιχείο που μας οδήγησε στην επιλογή μεταλλικού φέροντος οργανισμού και πληρώσεων από σταυρωτή επικολλητή ξυλεία.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »