Το «Νεκρή φύση με φρούτα και αστακό» αποτελούσε έργο ζωγραφικής του Ολλανδού Γιάν Ντάβιντς ντε Χέιμ (JanDavidzoondeHeem). Φιλοτεχνήθηκε περίπου το 1648-1649. Σήμερα βρίσκεται στο Museum Boijmans Van Beuningen στην αίθουσα που είναι αφιερωμένη στη  Χρυσή Εποχή («Golden Age»). Έχει ύψος 75cm και πλάτος 105cm. Αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους πίνακες του Χέιμ, καθώς αντικατοπτρίζει  σημαντικά ηθικά διδάγματα.

Εικόνας 1: Ο πίνακας

Ο Jan Davidsz de Heem γεννήθηκε στην Ουτρέχτη από μια καθολική οικογένεια. Το 1626 μετακόμισε στο Λάιντεν, όπου παντρεύτηκε την πρώτη του σύζυγο, την Αλίτα βαν Γουέιντε, με καταγωγή από την  Ουτρέχτη. Σχεδόν μια δεκαετία αργότερα, το 1635, ο Ντε Χέιμ μετακόμισε στην Αμβέρσα και μπήκε στον Συντεχνία του Λουκά. Ένα χρόνο μετά το θάνατο της Aletta το 1643, ο ζωγράφος παντρεύτηκε την Anna Ruckers, που ήταν από την Αμβέρσας. Ο De Heem πέρασε επίσης χρονικές περιόδους στο βορρά, συμπεριλαμβανομένου μιας

παρατεταμένη διαμονή στην Ουτρέχτη το 1649. Έζησε επίσης στην Ουτρέχτη μεταξύ 1667 και

1672, και επανήλθε στη συντεχνία του ζωγράφου το 1669. Ακολουθώντας τους Γάλλους

εισβολή στην Ουτρέχτη το 1672, ο Ντε Χέιμ επέστρεψε στην Αμβέρσα, όπου έζησε μέχρι και τον

θάνατό του, το 1684.[1]

          Ο de Heem είναι από τους πρώτους καλλιτέχνες που ζωγράφισαν εσωτερική νεκρή φύση. Από το 1929 και μετά αναπτύσσει πιο προσωπικό στυλ και ιδίωμα, με αποτέλεσμα να απεικονίζει ολοένα και πιο μνημειακές νεκρές φύσεις. Ο de Heem παράγει επίσης σταθερά μικρές και μεσαίες μορφές, ενώ η εμφάνισή τους δεν είναι τόσο πλούσια. Ακόμα οι πίνακές του από το 1960 και έπειτα έχουν αποδειχθεί να είναι πολύ σημαντικοί για την μελέτη του ίδιου του έργου του Heem και των επιρροών που είχε στην καλλιτεχνική απεικόνιση της νεκρής φύσης.

[1] Arthur K. Wheelock Jr., “Jan Davidsz de Heem,” Dutch Paintings of the Seventeenth Century, NGA Online Editions, https://purl.org/nga/collection/constituent/1383

Ο πίνακας περιέχει ένα μεγάλο εύρος φρούτων, καθώς και έναν αστακό, ο οποίος είναι μοναδικός και αρκετά ευδιάκριτος. Επίσης, περιέχει μια κανάτα, της οποίας ένα μέρος αποτελείται από χρυσό, και ένα κουτί, το οποίο είναι βαμμένο με ένα αρκετά φωτεινό γαλάζιο. Ακόμα, υπάρχουν τρία υπέροχα ‘κολονάτα’ ποτήρια, τα οποία, μάλλον, είναι ελάχιστα γεμισμένα, καθώς και ένα κοχύλι ακουμπισμένο πάνω στο γαλάζιο κουτί. Βέβαια, άξιο θαυμασμού είναι και ο τρόπος που έχει τοποθετηθεί το μαύρο τραπεζομάντιλο πάνω στο τραπέζι. Αρκετά εμφανή είναι και η κουρτίνα που είναι κρεμασμένη στο πίσω μέρος καθώς και τα αμπελόφυλλα μιας και βρίσκονται μπροστά από κάθε αντικείμενο. Επιπρόσθετα, το φως φαίνεται να έρχεται από τα αριστερά αφού είναι οι σκιές από τα δεξιά του πίνακα. Τέλος τα χρώματα είναι φωτεινά και λαμπερά καθώς και τα αντικείμενα είναι ακριβή και ραφιναρισμένα.

Όσον αφορά μια πιο σημειωτική κριτική πάνω στον πίνακα: Αρχικά ο πίνακας είναι αρκετά λαμπερός, αφού ο ζωγράφος χρησιμοποιεί όμορφα και έντονα χρώματα. Επίσης, ο αστακός είναι το πρώτο πράγμα που εντοπίζει ο παρατηρητής αφού είναι κόκκινος και μεγάλος σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα. Η κανάτα είναι εντυπωσιακή, αφού το χρυσό με το λευκό χρώμα  την ξεχωρίζουν σε σχέση με τα υπόλοιπα αντικείμενα στο χώρο. Βεβαία, το γαλάζιο κουτί δεν είναι τόσο εμφανές, γιατί κρύβεται από τα φρούτα, όμως έχει τον δικό του ρόλο μέσα στον πίνακα, γιατί έχει ακριβώς το χρώμα που λείπει αφού ο Χέιμ δεν έχει παραλείψει σχεδόν κανένα χρώμα μέσα στο έργο του. Τα φρούτα, επειδή, βρίσκονται μαζεμένα όλα μαζί και είναι ανακατεμένα δημιουργούν μια απορία στην αρχή αν όλα αυτά παράγονται την ίδια  εποχή και μπορεί αυτή η εικόνα να είναι πραγματική. Βέβαια, το κοχύλι μπορεί να δυσκολέψει εκ πρώτης όψεως τον παρατηρητή, αλλά είναι αρκετά φωτεινό ώστε να διακρίνει αμέσως. Τέλος, τα ποτήρια μαζί με την κανάτα μπορούμε να θεωρήσουμε, ότι ανήκουν σε αρχοντικά σπίτι και κυρίως σε εύπορες οικογένειες, κάτι που προσδίδει μεγαλύτερο κύρος, συνολικά, στο έργο.

Οι παρατηρήσεις αυτές μας οδηγούν στην παραδοχή, ότι αυτά που εμφανίζονται στον πίνακα του Χέιμ δεν μπορούσαν να υπάρχουν στην Ολλανδία, αφού είναι βόρεια χώρα. Επίσης, διαπιστώνουμε, ότι ήταν αρκετά επηρεασμένος από τις τότε αποικίες (Ζηλανδία, Χρόνινχεν, Φρήλαντ, Ουτρέχτη, Ορεράισσελ, Χελρε ) της Ολλανδίας, αφού ήταν αρκετές, ώστε να φέρουν τέτοιου είδους φρούτα στην χώρα.

Ο πίνακας, όπως αναφέρθηκε και παραπάνω, περιέχει αρκετούς συμβολισμούς αφού σχεδιάστηκαν για να υπενθυμίζουν την αδυναμία της ανθρώπινης ζωής και της παροδικές απολαύσεις και επιτεύγματα. Η απεικόνιση του χρυσού στον πίνακα συμβολίζει την ματαιότητα των επίγειων αγαθών, καθώς και το μισο ξεφλουδισμένο λεμόνι συμβολίζει την ζωή, αφού είναι γλυκό στην εμφάνιση και ξινό στην γεύση. . H κουρτίνα, τραβηγμένη στο πλάι, ανταποκρίνεται στη συνήθεια που υπήρχε τότε να σκεπάζουν τους πίνακες, για να τους προφυλάσσουν από το φως και τη σκόνη. Τα σπαρμένα φρούτα αντιπροσωπεύουν την γήρανση ενώ τα ώριμα φρούτα την γονιμότητα, την αφθονία, τον πλούτο και την ευημερία. Συγκεκριμένα τα κεράσια, τα σταφύλια, τα αχλάδια, τα εσπεριδοειδή και τα ροδάκινα συμβολίζουν την πτώση, ενώ τα σύκα, τα δαμάσκηνα ή τα μήλα συμβολίζουν τον έρωτα. Το γυαλί συμβολίζει ευθραυστότητα και η πορσελάνη καθαρότητα. Τέλος τα θαλάσσια όστρακα, όπως το κέλυφος μαλακίων, που είναι τα ερείπια ενός ζώου κάποτε ζωντανού, συμβολίζουν το θάνατο και την αδυναμία, ενώ τα μεγάλα μαλάκια υποδηλώνουν την δυαδικότητα της φύσης.

Το έργο του ο Χέιμ το ζωγράφισε σε μια περίοδο που είχε εμφανιστεί στην τέχνη το ρεύμα ‘μπαρόκ’. [Με τον όρο Μπαρόκ  (Baroque) αναφερόμαστε είτε στην ιστορική περίοδο 1600 – 1750 που ακολούθησε την Αναγέννηση (ειδικότερα τον Μανιερισμό), είτε στο συγκεκριμένο καλλιτεχνικό ύφος που διαμορφώθηκε την περίοδο αυτή. Σε αντίθεση με το αναγεννησιακό ύφος που βασίστηκε κυρίως στη λογική, το ύφος του μπαρόκ απευθύνεται περισσότερο στο συναίσθημα. Παράλληλα χαρακτηρίζεται σχεδόν σε όλες τις καλλιτεχνικές εκφάνσεις του από ένα αίσθημα δέους και μεγαλείου καθώς και μια υπερβολή στη διακόσμηση και την πολυτέλεια που αναδεικνύουν ένα επιβλητικό και πομπώδες ύφος. Τα κυριότερα μέσα που χρησιμοποίησε στις εικαστικές τέχνες είναι οι καμπύλες γραμμές, οι πολύπλοκοι διαπλεκόμενοι όγκοι, η αυστηρή ιεράρχηση των χώρων, η απόδοση της κίνησης, η εκμετάλλευση του φωτός και η δημιουργία έντονων αντιθέσεων είτε με τη μορφή εσοχών στην αρχιτεκτονική, είτε μέσω έντονων φωτοσκιάσεων στη ζωγραφική.

Εικόνα 2: Το πορτρέτο του Jan Davidsz de Heem

Ο Χείμ έζησε αλλά και ζωγράφισε τον πίνακά του σε περίοδο που πολύ ζωγράφοι ασχολούνταν με την νεκρή φύση.[«Ο όρος νεκρή φύση, naturamorta, εισάγεται στην ιταλική ορολογία της τέχνης τον 18ο αιώνα. Τότε ακόμη η naturamorta θεωρείται ζωγραφική δεύτερης κατηγορίας και αντιδιαστέλλεται προς την «ευγενή» naturavivente, τη ζωντανή φύση, όπου πρωταγωνιστεί ο άνθρωπος. Γενικά  η νεκρή φύση απεικονίζει με ψευδαισθησιακή έμφαση υλικά αγαθά, συμβολίζει την ευμάρεια και προορίζεται να στολίσει τραπεζαρίες ή σαλόνια.»].[1] Ο Χέιμ, παρόλο που ήταν ένας από τους αντιπροσώπους της νεκρής φύσης, τόλμησε σε πολλούς πίνακές του να πρωτοτυπήσει, αφού σε πολλά έργα του, όπως και το «Νεκρή φύση με φρούτα και αστακό» χρησιμοποίησε έντονα χρώματα έρχοντας σε αντίθεση  με τα μουντά χρώμα που χρησιμοποιούσαν εκείνη την εποχή. Επίσης πολλά από τα έργα του ήταν απεικονίσεις από τα πλάγια που σχηματίζουν μεγάλες επιμήκεις εικόνες, ασυνήθιστο και αυτό για την τότε εποχή. Το έργο του Χέιμ ήταν σημαντικό για εκείνη την εποχή, γιατί ήταν ένα μέσο επικοινωνίας των θεατών με τον ζωγράφο. Αυτό συνέβαινε γιατί κάθε αντικείμενο που ήταν ζωγραφισμένο επάνω αντιπροσώπευε κάποιο σκοπό.

      Το έργο του Χέιμ «Νεκρή φύση με φρούτα και αστακό» αποτελούσε σημείο αναφοράς για τα έργα εκείνης της εποχής, γιατί ο τρόπος κατασκευής του ήταν αρκετά προχωρημένος. Τόσο, λοιπόν, το μέγεθος του πίνακα όσο και τα χρώματα αλλά και το περιεχόμενο του πίνακα ήταν αρκετά πρωτοποριακα τότε. Αρχικά, οι πίνακες εκείνη την εποχή ήταν αρκετά μικρή σε μέγεθος σε αντίθεση με το έργο του Χέιμ που έχουν αρκετά μεγάλες διαστάσεις. Έπειτα τα χρώματα είναι τόσο ζωντανά και φωτεινά και τα σχήματα είχαν μεγάλη λεπτομέρεια, αφού ο Χέιμ ήταν βασικός αντιπρόσωπος του μπαρόκ.[…Ο χώρος στη ζωγραφική του Μπαρόκ γίνεται πολύπλοκος. Από το ένα σημείο φυγής της κλασικής Αναγέννησης, τώρα ο χώρος οργανώνεται με τρία σημεία φυγής. Το βλέμμα του θεατή για να αντιληφθεί το έργο, υποχρεώνεται να παλινδρομεί από το πρώτο επίπεδο, στο βάθος του τρισδιάστατου χώρου και να «χρονοτριβεί» στη θέαση των πολύπλοκων λεπτομερειών του έργου.][2]

           Το έργο του Χέιμ για πολλούς λογούς, ακόμα,  μπορεί να θεωρηθεί καινοτόμο για εκείνη την εποχή. Ένας λόγος είναι ο εξής: […Ο όρος “Νεκρή φύση” αναφέρεται στη ζωγραφική αντικειμένων (κατά κανόνα οικιακής χρήσης) ιδωμένων από μικρή απόσταση. Ο κλάδος της νεκρής φύσης αποτελεί, ίσως τον πιο “ειδικευμένο” κλάδο της ολλανδικής ζωγραφικής. Ήταν έργα κατάλληλα για τραπεζαρίες και σίγουρα έβρισκαν αγοραστή. Το θέμα στον πίνακα, όμως, ήταν λιγότερο σημαντικό απ’ όσο πίστευαν τότε, καθώς αποτελούσαν κάτι περισσότερο από μαρτυρίες των απολαύσεων του φαγητού. Αντανακλούσαν τη σκέψη του καλλιτέχνη, τις προτιμήσεις, τις χαρές και επομένως τις διαθέσεις του. Στις νεκρές αυτές φύσεις οι ζωγράφοι διάλεγαν, όποια αντικείμενα τους άρεσαν να ζωγραφίζουν και τα τοποθετούσαν στο τραπέζι κατά βούληση. Έγιναν, έτσι ένα θαυμάσιο πεδίο για πειραματισμούς, που βοήθησαν τους καλλιτέχνες να λύσουν συγκεκριμένα προβλήματα. Ακριβώς, όπως ασήμαντες λέξεις μπορούν να αποτελέσουν το κείμενο ενός ωραίου τραγουδιού, έτσι και με ασήμαντα αντικείμενα μπορεί να γίνει μια τέλεια εικόνα.][3] Είναι φανερό, λοιπόν, ότι το έργο του έγινε η αρχή για να επηρεαστούν πολλοί ζωγράφοι, καθώς οι ιδέες του για το είδος της τέχνης πήραν σάρκα και οστά από μια πλειάδα δημιουργών, των οποίων το έργο όχι μόνο δεν είναι ξεπερασμένο, αλλά  αποτελεί κεντρικό σημείο αναφοράς ως τη σημερινή μεταμοντέρνα εποχή. Όλο αυτό προσπαθούσε να το αντιπροσωπεύσει ο Χέιμ. Τελικά το κατάφερε αφού όλα τα παραπάνω βρίσκονται στο έργο του` «Νεκρή φύση με φρούτα και αστακό», ένα έργο που παρέμεινε ‘’ανεξίτηλο’’ στο χρόνο.

[1] Γεράσιμος Γ. Γερολυμάτος, (30.03.2013), Η νεκρή φύση της Τέχνης, Περί τέχνη λόγος

[2] Βασιλική Πετρίδου/Όλγα Ζιρώ, (2015),  Τέχνες και Αρχιτεκτονική από την Αναγέννηση έως τον 21ο αιώνα, Σελίδα 70

[3] Κωνσταντίνα Πατσιαλού, (23.01.2018), Still Life with the Drinking-Horn: Willem Kalf

Πηγές εικόνων:

  • Εικόνα 1: Ο πίνακας, ανακτήθηκε https://www.lifo.gr/blogs/almanac/lemoni-i-pikria-tis-ptosis
  • Εικόνα 2: Το πορτρέτο του Jan Davidsz de Heem, ανακτήθηκε https://www.nga.gov/collection/artist-info.1383.html

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »