Δημιουργοί : Θεόφιλος Παπαγεωργίου, Μαρία Μπούρα
Επιβλέποντας καθηγητής: Σοφία Τσιράκη
Η ανεύρεση του αντικειμένου της εργασίας μας βασίστηκε στην παραδοσιακή αγγειοπλαστική τέχνη της Σίφνου. Οι βιωματικές μας εμπειρίες και η ουσιαστική σύνδεση μας με το νησί, σε συνδυασμό με την πρόσφατη ένταξη της σιφναικής κεραμικής στον κατάλογο της άυλης πολιτικής κληρονομιάς της Unesco, έδωσαν την αφορμή διατύπωσης ενός σεναρίου ενός κέντρου – σχολής αγγειοπλαστικής που θα αναδεικνύει τη μοναδική αυτή τέχνη με σύγχρονα δεδομένα.Σήμερα στη Σίφνο διατηρούνται ενεργά 19 αγγειοπλαστεία, διάσπαρτα σε όλο το νησί. Τα παλαιότερα κελύφη, εγκαταλλειμένα ή μη, εντοπίζονται στο μέσο του νησιού.
Η επιλογή της θέσης της περιοχής μελέτης εντοπίζεται κοντά στον κεντρικό οικισμό του νησιού, την Απολλώνια, η οποία διατρέχεται από τους κεντρικούς οδικούς άξονες και είναι εύκολα προσβάσιμη απ’ όλα τα σημεία του νησιού. Στην κορυφή ενός λόφου βρίσκονται τα ερείπια ενός παραδοσιακού αγγειοπλαστείου του 20ου αιώνα, που αποτέλεσαν αφορμή για τον σχεδιασμό. Τα μοναδικά στοιχεία του ερειπίου, που παραμένουν αναγνωρίσιμα ακόμα και σήμερα είναι τα πέτρινα καμίνια στα οποία κάποτε ψήνονταν τα κεραμικά.
Εστιάζοντας στα δεδομένα του επιλεγμένου πεδίου γης γεννάται η ανάγκη τόσο για μία γλυπτική αντιμετώπιση του νέου κτιρίου και του εδάφους γύρω από αυτό, όσο και για τη δημιουργία μίας άρρηκτης μεταξύ τους σχέσης. Δεδομένης της χρήσης του νέου κέντρου και της ύπαρξης του ερειπίου του αγγειοπλαστείου, δε θα μπορούσε να παραληφθεί η άμεση σύνδεση μεταξύ τους.
H κεντρική ιδέα της σύνθεσης ορίζεται από τα φυσικά και ανθρωπογενή δεδομένα του τόπου, και μεταφράζεται ως μία χειρονομία που έρχεται να τονίσει τη χθόνια σχέση του συνόλου με το ανάγλυφο. Η σχέση του κτιρίου με το χώμα είναι ζωτικής σημασίας για τη σύνθεση, όπως και η σχέση του αγγειοπλάστη με τον πηλό. Η σύνθεση αναπτύσσεται πάνω σε δύο κάθετες μεταξύ τους βασικές χαράξεις σχισμές στο έδαφος, οι οποίες λειτουργούν ως νέα μονοπάτια παραλαμβάνοντας και συνδέοντας τις υπάρχουσες περιπατητικές διαδρομές. Οι χαράξεις λειτουργούν και ως ισχυρά όρια – ξερολιθιές οι οποίες περιβάλουν και τονίζουν το αποτύπωμα του ερειπίου στο έδαφος.
Συνθετικά εργαλεία αποτελούν το σκάμμα στο λόφο, ο πέτρινος αναλληματικος τοίχος – “ξερολιθιά”, ο καναβος, ο πύργος – είσοδος, οι σημειακοί όγκοι – καμίνια και οι αυλές – φυτεμένα δώματα.
Οι κτιριακοί όγκοι προκύπτουν από τον κάναβο που ορίζουν οι δύο βασικές χαράξεις και κλιμακώνονται σύμφωνα με το ανάγλυφο του λόφου, με τον χαμηλότερο από αυτούς να είναι τελείως υπόσκαφος. Οι όγκοι αναπτύσσονται γύρω από το ερείπιο και σε χαμηλότερη στάθμη από αυτό, με μοναδική εξαίρεση τον βασικό πύργο – “καμίνι” που σηματοδοτεί την είσοδο στο σύνολο. Σημειακά ξεπροβάλλουν από το έδαφος όγκοι με τη μορφή καμινιών που συνομιλούν με τα καμίνια του παραδοσιακού αγγειοπλαστείου. Η σύνθεση στρέφεται προς τον κεντρικό οικισμό της Απολλώνιας.
Τα στοιχεία αυτά συνδυάζονται σε ένα ενοποιημένο με το έδαφος σύστημα, περιβάλλοντας το ερείπιο ως βασικό μέλος της σύνθεσης.
Οι κινήσεις μελετήθηκαν με τέτοιο τρόπο ώστε να διαπλέκεται το εσωτερικό με το εξωτερικό και να βρίσκεται άμεση εκτόνωση στην ύπαιθρο από όλα τα επίπεδα, καθώς συγκεκριμένες δραστηριότητες μιας αγγειοπλαστικής σχολής απαιτούν την άμεση επαφή με την ύπαιθρο. Τα φυτεμένα δώματα λειτουργούν ως επεκτάσεις της υπαίθρου πάνω στη σύνθεση. Τα στοιχεία με τη μορφή καμινιών λειτουργούν ως τα χαρακτηριστικά στοιχεία του κέντρου κεραμικής, θυμίζοντας τα παραδοσιακά καμίνια των αγγειοπλαστείων. Οι βασικές θεάσεις του συνόλου είναι δύο : μία εξώστροφη προς τον οικισμό της Απολλώνιας και μια εσώστροφη προς το ερείπιο, το οποίο με αυτόν τον τρόπο μετατρέπεται σε έκθεμα για την ιστορία της αγγειοπλαστικής.
Η συγκεκριμένη παρέμβαση επιχειρεί τη δημιουργία μιας σύγχρονης αρχιτεκτονικής, η οποία παίρνει στοιχεία από το περιβάλλον της Σίφνου, καθώς και από τα παραδοσιακά αγγειοπλαστεία, χωρίς απαραίτητα να τα μιμείται εξολοκλήρου.
Η παρέμβαση προσεγγίζεται με δύο διακριτούς τρόπους : από τον οικισμό της Απολλώνιας και από τον οικισμό του Κάτω Πεταλιού μέσω του κεντρικού ασφαλτοστρωμένου δρόμου Απολλώνιας – Κάστρου, όπου είναι δυνατή και η στάθμευση αυτοκινήτων, καθώς και μέσω ολοκλήρου του δικτύου των γύρω μονοπατιών που καταλήγουν στο σημείο παρέμβασης. Ένας πύργος, ένα υπαίθριο καθιστικό και ένα πέρασμα – σχισμή στο έδαφος, παραλαμβάνουν τις ροές κίνησης των γύρω μονοπατιών, δημιουργώντας 3 βασικές εισόδους για το σύνολο. Αυτές οι ροές κίνησης συναντιούνται σε μία κεντρική αυλή.
Ο πύργος σηματοδοτεί την έναρξη μιας αργής και σταθερής κατάβασης, η οποία οδηγεί σε όλα τα εσωτερικά επίπεδα, περνάει από την κεντρική αυλή και καταλήγει μέσω μιας γέφυρας στο υπαίθριο καθιστικό. Οι βασικές ροές των εσωτερικών κινήσεων έχουν γραμμικό χαρακτήρα, καθώς ακολουθούν τον ρυθμό που προσφέρει ο φέροντας οργανισμός καθ’ όλο το μήκος του κτιρίου.
Το κτιριολογικό πρόγραμμα του νέου κέντρου αγγειοπλαστικής, περιλαμβάνει τόσο εργαστήρια κεραμικής, που πραγματοποιούνται πρακτικά μαθήματα, όσο και χώρους μόνιμων και περιοδικών εκθέσεων αγγειοπλαστικής. Οι δυο βασικές λειτουργίες των εργαστηρίων και της έκθεσης, συμπληρώνονται από αίθουσες οπτικοακουστικών μέσων και θεωρητικών μαθημάτων, καθώς και από ένα μικρό αμφιθέατρο. Στο κτιριολογικό πρόγραμμα περιλαμβάνονται επίσης, ένα μικρό αναψυκτήριο, πωλητήριο, χώροι διοίκησης, ανοιχτοί και κλειστοί αποθηκευτικοί χώροι καθώς και WC. Στο εσωτερικό του συνόλου οι λειτουργίες των εργαστηρίων, της έκθεσης και των ανοιχτών αποθηκευτικών χώρων των κεραμικών βρίσκονται σε μία συνεχή διαπλοκή, με σκοπό την βιωματική περιήγηση του επισκέπτη στο σύνολο. Η περιήγηση αυτή κορυφώνεται στο ερείπιο του παλιού αγγειοπλαστείου, το οποίο μετατρέπεται σε ζωντανό έκθεμα για το κοινό.
Η επιλογή των υλικών προέκυψε από την ανάγκη ένταξης της σύνθεσης στο σιφναϊκό τοπίο, με σύγχρονο τρόπο. Βασικό υλικό κατασκευής του φέροντα οργανισμού είναι το οπλισμένο σκυρόδεμα, που εμφανίζεται στον πύργο της εισόδου, σε τοίχους αντιστήριξης και σε κάποιες εσωτερικές επιφάνειες. Συγκεκριμένα για το σκυρόδεμα, η λιθώδης προέλευσή του, η απόχρωση, η τεκτονική φιλοσοφία σύνθεσης του φέροντος οργανισμού της κατασκευής, η χρήση ξυλοτύπου-σκαριού για την έγχυση του μπετόν αλλά και το αποτύπωμα των ξύλινων σανίδων στην τελική υφή των επιφανειών, προσδίδει μία επιπλέον συσχέτιση με τις χειροπιαστές τεχνικές της κεραμικής.
Στο κυρίως σώμα του κτιρίου, εσωτερικά και εξωτερικά, καθώς και στους τοίχους αντιστήριξης, που προκύπτουν από τις βασικές χαράξεις, χρησιμοποιείται επένδυση πέτρας που εξάγεται κατά τη δημιουργία του σκάμματος, με σκοπό να τονιστεί αφενός η χθόνια σχέση της σύνθεσης με τον λόφο και αφετέρου η σύνδεση με την υλικότητα του ερειπίου. Τα πέτρινα τοιχεία ορθώνονται σε συνεργασία με τον εσωτερικό σκελετό από σκυρόδεμα.
Ως πρακτική με μακρόχρονη παράδοση, η κεραμική είναι συνυφασμένη με την ταυτότητα της Σίφνου, ωστόσο με την πάροδο των χρόνων, διαρκώς εκλείπει. Πρόθεση της παρούσας διπλωματικής είναι να διατηρηθεί αυτή ακριβώς η παράδοση ζωντανή, μέσω της δημιουργίας ενός κέντρου. Το κέντρο αυτό θα συγκεντρώσει όλους τους τεχνίτες του Συλλόγου Αγγειοπλαστών Σίφνου και σε συνδυασμό με τις εκθέσεις που θα λαμβάνουν χώρα, θα συνεισφέρει στην διατήρηση της παράδοσης, μέσω της κατανόησης του παρελθόντος και της μετάγγισης της γνώσης και της εμπειρίας άμεσα και βιωματικά.
