
Σε ένα εγκαταλελειμμένο εργαστήριο, όπου η ύλη υποχωρεί και η μνήμη αποσυντίθεται, ενεργοποιείται ένας μηχανισμός πλάσης μορφών μέσω ροής και μετασχηματισμού όπου πλάσματα αναδύονται αποσπασματικά μέσα από μνήμες, όνειρα και σώματα σε επαναδιαπραγμάτευση. To έργο μεταφέρει τον θεατή σε έναν εργαστηριακό χώρο που ενεργοποιείται μέσω ονειρικών ανακατασκευών. Ο αρχιτέκτονας εδώ δημιουργεί έναν εικονικό, αποστειρωμένο χώρο, στον οποίο συνθέτει πλάσματα από αναμνήσεις και σωματικά κατάλοιπα. Η αναδόμησή τους προκύπτει μέσω της δυναμικής ανασύνθεσης από τις μνήμες των ονείρων. Το εργαστήριο ως αρχιτεκτονικό στοιχείο, ενεργοποιεί τις συνθήκες όπου ο χρόνος, η μνήμη και η φθορά ανασυγκροτούνται σε μια συνεχή διαδικασία συναρμολόγησης ταυτότητας. Η ματιά του αρχιτέκτονα αναγνωρίζει εδώ τον χώρο ως ψυχολογική και υπαρξιακή κατασκευή: οι υλικές του διαστάσεις συνθέτουν έναν ανοίκειο χώρο όπου δημιουργούνται μετα-ανθρώπινες μορφές που ξεπερνούν τη σωματικότητα και τη θνητότητα. Η μνήμη δεν αντανακλά το πραγματικό αλλά οικοδομεί έναν νέο κόσμο. Εκεί όπου η αρχιτεκτονική χρησιμοποιείται για να δομήσει, την ευθραυστότητα του εσωτερικού κόσμου, η καλλιτεχνική πράξη συναντά το αρχιτεκτονικό βλέμμα: ένα βλέμμα που σχεδιάζει τη μνήμη όπως θα σχεδίαζε έναν χώρο — με στρώσεις, ασυνέχειες και μετατοπίσεις.
