Σώματα χωρίς φωνή, ανολοκλήρωτες μορφές, μάτια δεμένα, βλέμματα θωλά, πρόσωπα καλυμμένα με το βάρος της κοινωνίας, σου παίρνουν το οξυγώνο κρατόντας σε σφιχτά. Κορμιά δεσμά, που τα πνίγει η σκέψη και η στέρηση.  Αυτά τα σώματα δεν στέκονται απλώς γυμνά, είναι εκτεθειμένα. Φυλακισμένα στην δικιά τους φυλακή. Κενά βλέμματα, κενά συναισθήματα, γεμάτα νόημα. Μια σειρά έργων για την απουσία, την καταπίεση, την αδιόρατη βία αλλά και για την αντοχή, τη μνήμη, την σιωπηλή ελπίδα, την μοναδικότητα.

-Πώς νιώθεις όταν δεν μπορείς να νιώσεις;

Αυτή η περιγραφή συνδέεται βαθιά με τη θεματική της έκθεσης μέσα από την έννοια του χώρου ως τόπου εγκλεισμού και απουσίας φωνής. Ο αρχιτέκτονας δεν σχεδιάζει μόνο κτήρια, αλλά και χώρους βιώματος και ψυχικής κατάστασης. Στο συγκεκριμένο έργο, τα σώματα που φυλακίζονται σε αόρατα δεσμά και η απουσία της φωνής τους μεταφέρονται με μια έντονη χωρική αίσθηση – μια αρχιτεκτονική της καταπίεσης και της μοναξιάς. Ο χώρος γίνεται εδώ συμβολικό κελί, όπου η στέρηση της ελευθερίας δεν είναι μόνο φυσική αλλά και ψυχική. Η έκθεση, μέσα από τέτοιες εικόνες, αναδεικνύει το πώς η αρχιτεκτονική ματιά μπορεί να αναγνωρίσει και να αποτυπώσει τις αόρατες κατασκευές της κοινωνίας που περιορίζουν το άτομο: κανόνες, προσδοκίες, φόβους, αλλά και την αντοχή και την ελπίδα που ανθίζουν μέσα στην αφαίρεση και την απομόνωση. Η ερώτηση «Πώς νιώθεις όταν δεν μπορείς να νιώσεις;» γίνεται παράλληλα ένα ερώτημα προς τον θεατή αλλά και προς τον αρχιτέκτονα: πώς σχεδιάζουμε χώρους που εμπνέουν ζωή και ελευθερία, αντί για κλείσιμο και σιωπή; Πώς η τέχνη και η αρχιτεκτονική μπορούν να φωτίσουν τα «αόρατα δεσμά» και να αναδείξουν την ανθρώπινη μοναδικότητα και αντοχή;

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Translate »